Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πάσχα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πάσχα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

4/13/2009

Στην Αρένα του Μυαλού μου

Χρόνια τώρα, κάθε φορά, θέλω να τη σπάσω αυτή τη ρημαδοκαρέκλα, να την κάνω κομμάτια. Μονομαχώντας με ανίκητες σκιές που μου κλείνουν το δρόμο προσπαθώ να περάσω ανάμεσα από τα φαντάσματα του μυαλού μου ψάχνοντας για κείνη. Τόσα κεράκια με έβαζαν να ανάβω, τόσους ψαλμούς να τραγουδώ, τόσα στεφάνια να πλέκω, για ποιον και γιατί ποτέ δεν κατάλαβα. Ποιος μας ακούει, να τον ρωτήσω γιατί μας πικραίνει τόσο. Όταν όλους και όλα τα θεωρούμε δεδομένα, λες κι έρχεται πάνω στο άλογο μόνο και μόνο για να αποκεφαλίσει τα πιόνια της σκακιέρας μας που με τόσο κόπο στήσαμε. Όρθωσα κι εγώ τόσες φορές το ανάστημά μου αλλά πως ν' αντέξει το σπαθί ενός θνητού σε μια άνιση μάχη. Νικήθηκα. Αγαπημένοι άνθρωποι λείπουν κι από το δικό μου σκηνικό. Μόνο τα ντουβάρια και τα παλιοέπιπλα έχουν μένει στην ίδια θέση….

... Πίσω σε κείνο το Πάσχα λοιπόν... να μου έχουν παραχωρήσει την μεγάλη κρεβατοκάμαρα. Σηκώνομαι νωρίς από το μεσημεριανό τραπέζι τάχα μου για να ξεκουραστώ και τρυπώνω μέσα. Όταν όλοι πέφτουν για ύπνο ανοίγω σιγά σιγά την πόρτα και κοιτώ στο μακρύ διάδρομο, κανείς. Περπατώ για να μη με ακούσoυν όπως στο κουτσό πότε αριστερά ποτέ δεξιά γιατί έχω εντοπίσει σε ποια σημεία δεν τρίζει το ξύλινο πάτωμα. Γρήγορα πλησιάζω το τραπέζι του σαλονιού και βουτάω δύο πασχαλινά κουλούρια και ένα μεγάλο στριφτό. Νιώθω βέβαια και τύψεις. Είναι και εκείνος ο γέρος που καπνίζει στον πίνακα που κρέμεται από πάνω, λες και τον έβαλαν επίτηδες να επιβλέπει. Με κοιτά με βλοσυρό ύφος, σαν να μου φωνάζει, "Πάλι δε νηστεύεις Μεγάλη Παρασκευή; Κάθε χρόνο τα ίδια"; Για καλή μου τύχη τα έργα τέχνης δεν μιλάνε, και φεύγω γρήγορα από το σκοτεινό σαλόνι.

Πέφτοντας στο κρεβάτι βγάζω δύο τεύχη του Σεραφίνο κάτω από το στρώμα. Τα έχω αγοράσει κρυφά από το περίπτερο του Μαντά το πρωί. Όχι ότι δεν διαβάζω και πιο δύσκολα περιοδικά, αλλά να, πάντα επιλέγω τα πιο άσχημα και κακοφτιαγμένα αντικείμενα. Ποιος να μπει στον κόπο να τ’ αγοράσει έτσι χάλια που είναι;
Ο Σεραφίνο είναι πάντα στοιβαγμένος πίσω, πότε νοτισμένος από την πρωινή υγρασία, πότε με μισοσκισμένες σελίδες, τον λυπάμαι.

Νωρίς το απόγευμα κατεβαίνω με ένα τσούρμο παιδιά στον πιο όμορφο κήπο της γειτονιάς για να κόψουμε τριαντάφυλλα. Παίρνει ο καθένας από μερικά και λίγο πριν μας κυνηγήσει η κυρά Γιωργία, επειδή ως συνήθως της κόβουμε πολλά, φεύγουμε τρέχοντας. Στον πάνω δρόμο χωριζόμαστε και δίνουμε ραντεβού το βράδυ στον επιτάφιο. Μόλις φτάνω έξω από το σπίτι ραίνω τον δρόμο με τα ροδοπέταλα ρίχνοντας και μερικές σταγόνες κολόνια από άνθη λεμονιάς. Ο δρόμος μπροστά σε κάθε σπίτι πρέπει να είναι περιποιημένος ώστε να δεχτεί με ευλάβεια κι αυτός τον επιτάφιο.

Όλοι έχουμε ντυθεί περιμένουμε τον θείο μου να ετοιμαστεί για να πάμε μαζί στην πλατεία που μαζεύονται οι επιτάφιοι από όλες τις γειτονιές της πόλης. Έχω χαρά που διάλεξα τόσο όμορφα άνθη και με μεγάλη περηφάνια κατεβαίνω να το περιγράψω στην γιαγιά μου. Λίγο πριν μπω μέσα ακούω τη φωνή της από το ανοιχτό παράθυρο να παρακαλεί τη θεία μου να την αφήσει να ντυθεί κι αυτή. "Μα να μη βάλω το καφέ φόρεμα και την καρφίτσα που’ ρθε το παιδί να με ιδεί; Πάρε και την καρέκλα να με βάλεις δίπλα στα σκαλιά, να χαιρετάω τον κόσμο που θα περάσει. Έτσι, για να λέει το παιδί πως είμαι καλά".

Ακούγοντας αυτά τα λόγια δεν μπαίνω μέσα. Ανεβαίνω πάλι επάνω.
Ακόμα θυμώνω με τον εαυτό μου που δεν κατάλαβα εκείνη ακριβώς τη στιγμή ότι αυτό ήταν και το τελευταίο της Πάσχα, αλλιώς όχι μόνο το καλό το φόρεμα θα της φορούσα, αλλά μέχρι στις πλάτες μου θα την κουβαλούσα, να την έχω πολύ ψηλά, όπως της άξιζε.

Γυρίζουμε γρηγορότερα από τους άλλους αφήνοντας την μπάντα να παίζει πίσω μας. Θα περάσουν δύο επιτάφιοι μπροστά από το σπίτι μας και πρέπει να είναι όλα έτοιμα. Ανοίγουμε τα ψηλά παράθυρα, ανάβουμε τα κεριά στα περβάζια και περιμένουμε. Βάζω και μια καρέκλα για την γιαγιά μου στο πεζοδρόμιο δίπλα στις σκάλες όπως το ζήτησε.

"Τι τη θες την καρέκλα"; με ρωτά η μάνα μου. "Για την γιαγιά, θα ανέβει για να είμαστε μαζί" της λέω. Δεν πήρα απάντηση.
Μα να, ακούω την ψαλμωδία. Να και τα εξαπτέρυγα ξεπροβάλλουν, αλλά εγώ έχω αγωνία. "Που είναι"; αναρωτιέμαι, "Θα περάσουν και θα τους χάσει". Ο κόσμος περνά και μας χαιρετά, να ο ένας επιτάφιος, πάει κι ο άλλος, να κι οι φίλες της γιαγιάς μου που μου χαμογελούν, αλλά κανέναν και τίποτα δεν βλέπω, μόνο την καρέκλα της που παραμένει από τότε και για πάντα άδεια.
Συνεχίζεται...


1. By La Crewe: www. photonet.com, 2.www.daylife.com/photo/08J15fJ92D17F