Δεν ξέρω για ποια μοναξιά μιλάει αυτό το αγαπημένο τραγούδι. Καμιά φορά μου αρέσει να μην καταλαβαίνω την γλώσσα, δεν δίνω σημασία στα λόγια και αφήνομαι στην μουσική, αλλά για πόσο. Πόσο χρόνο έχω να φτιάξω όμορφες εικόνες, τέσσερις, έξι ώρες, μέχρι να ξημερώσει; Η τραγωδία αυτών των ανθρώπων με έχει καθηλώσει. Είναι στιγμές που θέλω να ανέβω ψηλά, πολύ ψηλά, εκεί που όλα φαίνονται μακρινά και ασήμαντα μέσα στην αιωνιότητα και πάλι όμως σκέφτομαι, τι σκοπό θα είχα εκεί. Είναι και που θέλω να είμαι περήφανη για την γενιά μου και δεν είμαι. Είναι και που θέλω να μιλάω για την Ελλάδα με το κεφάλι ψηλά και παραμένω σκυφτή. Είναι που θέλω να είμαι μέρος μιας μεγάλης αλλαγής που ποτέ δεν έρχεται, μα και πως να’ρθει, από μόνες τους οι αλλαγές δεν γίνονται. Πως φτάσαμε ως εδώ; Απομονωμένοι φτάσαμε, σε έναν δικό μας κόσμο, είτε από αδιαφορία να συμμετέχουμε στα κοινά είτε από φόβο μην ξεβολευτούμε. Ποτέ να μην ρωτάμε, ποτέ να μην αμφισβητούμε, να μην διαβάζουμε και πολύ, να μην ζητάμε να μάθουμε ποιος πραγματικά εργάζεται στις κυβερνήσεις και ποιος όχι, να μην διαμαρτυρόμαστε για όσους μας κλέβουν μπροστά στα μάτια μας, να μην απαιτούμε κάθαρση από κανέναν και για τίποτα. Αυτό είναι μοναξιά για μένα.
Ένα είναι σίγουρο πάντως, αύριο ξημερώνει μια καινούργια μέρα. Τόσο χιλιοειπωμένο και ταυτόχρονα ψυχωφελές. Μα διαβάστε το πάλι,
αύριο,
ξημερώνει,
μια,
καινούργια,
μέρα.
Φωτογραφία : "Δώδεκα Απόστολοι" - Αυστραλία
